Συνέντευξη με την Irina Jemeljanova, Cedefop

Ελληνικά

Irina Jemeljanova

Irina Jemeljanova

Expert

Department for Learning and Employability

Cedefop (European Centre for the Development of Vocational Training)

irina.jemeljanova@cedefop.europa.eu

www.cedefop.europa.eu

  1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει υιοθετήσει πρωτοβουλίες για την προώθηση της μαθητείας σε όλη την Ευρώπη που έχουν σαν στόχο να αυξήσουν την απασχολησιμότητα των μαθητευόμενων και να ενδυναμώσουν την εμπλοκή των ΜμΕ με σχέδια μαθητείας που αντιμετωπίζουν την έλλειψη δεξιοτήτων. Μπορείτε να μας μιλήσετε για αυτές τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες και να μας πείτε σε ποιον βαθμό έχει επιτευχθεί ο στόχος;

Πρόκειται για πολλές πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, προωθούν και υποστηρίζουν τη μαθητεία σαν ένα μονοπάτι καλύτερης απασχολησιμότητας και απασχόλησης για τους νέους. Μεταξύ άλλων, θα ήθελα να αναφέρω κάποιες πρωτοβουλίες που επιδιώκουν στοχευμένα τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων μαθητείας:

  • Η Ευρωπαϊκή Συμμαχία για Θέσεις Μαθητείας([1]) κινητοποίησε όλες τις χώρες της ΕΕ, της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών και τις υποψήφιες υπό ένταξη χώρες και εμπλέκει όσο και περισσότερα ενδιαφερόμενα μέρη κάθε χρόνο: περισσότερες από 700000 θέσεις μαθητείας, πρακτικής άσκησης ή εργασίας δημιουργήθηκαν από το 2017. Θα ήθελα να τονίσω ότι στην Κύπρο μόνο το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο δεσμεύτηκε, συνεπώς υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης. Η συμμετοχή ΜμΕ είναι κομβικής σημασίας για τη συνολική επιτυχία της Συμμαχίας και των συστημάτων Μαθητείας των χωρών.
  • Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο για Ποιοτική και Αποτελεσματική Μαθητεία([2]) συμφωνήθηκε από τα βασικά ενδιαφερόμενα μέρη και οφείλει να υποστηρίζει την εθνική δράση παρέχοντας μία κοινή βάση για την έννοια της αποτελεσματικής μαθητείας. Το Πλαίσιο προώθησε δύο ομάδες κριτηρίων ποιότητας, μία για την απαιτούμενη μάθηση και τις συνθήκες εργασίας και μία για τις συνθήκες σε συστημικό επίπεδο. Θα ήταν ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι το πλαίσιο επιδέχεται τόσο οικονομικής όσο και μη οικονομικής υποστήριξης ιδιαίτερα όσο αφορά στις ΜμΕ και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, κυρίως τονίζοντας την αρχή διαμοιρασμού του κόστους. Το πλαίσιο πυροδοτεί συζητήσεις ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη και επικυρώνει τις αρχές που διατυπώθηκαν από τους Ευρωπαίους κοινωνικούς εταίρους στην κοινή τους δήλωση για το κοινό τους όραμα για τη μαθητεία τον Ιούνιο του 2016([3]);
  • Η Ομάδα Εργασίας ET2020 για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (VET) το 2015 ετοίμασε τις 20 κατευθυντήριες αρχές για τη μαθητεία και την εργασία βασισμένη στη μάθηση ([4]) όπου η έκτη αρχή αναφέρεται σε μέτρα στήριξης που καθιστούν την μαθητεία ελκυστικότερη και προσβάσιμη για τις ΜμΕ, όπως η προώθηση των οφελών της και η καλλιέργεια της κατάρτισης στις ΜμΕ, η οργάνωση συνεργασίας μεταξύ των ΜμΕ, η παροχή πληροφοριών εκκίνησης, εργαλείων και υπηρεσιών αντιστοίχισης για τις ΜμΕ.

Εκτός από τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, θα ήθελα να αναφερθώ σε κάποιες ενέργειες της  Cedefop σχετικά με τη μαθητεία:

  • τις θεματικές ανασκοπήσεις χωρών, τις οποίες πραγματοποιήσαμε στην Κύπρο την περίοδο 2016-2018. Από το 2014, η Cedefop έχει διενεργήσει ανασκοπήσεις σε εννέα χώρες (Βέλγιο – γαλλική κοινότητα, Ελλάδα, Κροατία, Ιταλία, Κύπρος, Λιθουανία, Μάλτα, Σλοβενία ​​και Σουηδία). Η μεθοδολογία της Cedefop βασίζεται σε τρεις κύριες αρχές: ένα κοινό αναλυτικό πλαίσιο, μια συνεκτική, συμμετοχική και συνεργατική προσέγγιση με όλους τους ενδιαφερόμενους και μια εξελισσόμενη και επαναληπτική προσέγγιση όπου κάθε περαιτέρω βήμα χτίζεται στα ευρήματα των προηγούμενων. Κατά τη διάρκεια των ανασκοπήσεων, η Cedefop σε στενή συνεργασία με τους εθνικούς φορείς εντοπίζει τα δυνατά σημεία και τις προκλήσεις της μαθητείας στις χώρες και δημιουργεί προτάσεις για δράση για την εξασφάλιση ποιοτικής μαθητείας.
  • μια γενική ανασκόπηση σχετικά με τη μαθητεία αναγνώρισε 30 σχήματα μαθητείας (μόνο σε εθνικό επίπεδο) με μια σταθερή / έγκυρη νομική βάση που ενσωματώθηκε σε επίπεδο συστήματος σε 24 από τις 30 χώρες (28 κράτη μέλη, Ισλανδία και Νορβηγία). Τα σχήματα παρουσιάζονται σε μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων[5] και μια συγκριτική ανάλυση θα δημοσιευθεί σε έκθεση μέσα στο 2018.
  • Τη συνάντηση σχετικά με την πολιτική μάθησης στον τομέα της μαθητείας, που ενώνει τους φορείς χάραξης αρχών και αποφάσεων από τα κράτη μέλη με σκοπό την ανταλλαγή εμπειριών και τη δημιουργία γνώσεων που  μπορούν να τους στηρίξουν στις εθνικές μεταρρυθμίσεις. Ξεκινήσαμε με τις χώρες που εξετάσαμε, αλλά απευθυνόμαστε τώρα σε περισσότερες χώρες που ασχολούνται με το θέμα. Η  επόμενη συνάντηση θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη στις 18-19 Οκτωβρίου 2018.
  1. Ποια είναι τα κύρια προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα συστήματα μαθητείας σε όλη την Ευρώπη;

Αρχικά, να διευκρινίσω ότι τα συστήματα μαθητείας αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα σε όλη την Ευρώπη, όπως δείχνει η επισκόπηση της Cedefop σχετικά με τις μαθητείες.

Σε χώρες όπου η μαθητεία είναι οργανωμένη ως σύστημα, αποτελεί συνήθως το κυρίαρχο πρότυπο της αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης ή είναι ισότιμη με  το σχολείο με βάση την αρχική εκπαίδευση. Στην τελευταία περίπτωση, τα δύο συστήματα είναι σαφώς διακριτά μεταξύ τους ως προς το πεδίο εφαρμογής (οι μαθητείες περιορίζονται σε επαγγέλματα ή επαγγέλματα μαθησιακής κατάρτισης που καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο), το αποτέλεσμα (προσόντα μαθητείας), το περιεχόμενο και τη μορφή οργάνωσης (προγράμματα σπουδών μαθητείας ή πρότυπα κατάρτισης και προγράμματα μαθητείας) και το σύστημα διακυβέρνησης. Τα προσόντα μαθητείας που είναι μοναδικά για την κατάρτιση μαθητείας αναγνωρίζονται ως τέτοια από τις αρχές και το ευρύ κοινό και στην αγορά εργασίας.  

Ωστόσο, οι περισσότερες χώρες επιλέγουν συστήματα μαθητείας[6] τα οποία στοχεύουν κυρίως στην παροχή ενός εναλλακτικού τρόπου, τύπου παροχής μέσα στο πλαίσιο του επίσημου συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, οδηγώντας σε τυπικά προσόντα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισής και οδηγώντας τους ανθρώπους στην αγορά εργασίας. Σε αυτήν την περίπτωση, τόσο η μαθητεία όσο και άλλοι τύποι παράδοσης επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, όπως τα προγράμματα που βασίζονται στο σχολείο, επιτρέπουν την επίτευξη προσόντων επαγγελματικής εκπαίδευσης και εκπαιδεύουν τους καταρτισμένους υπαλλήλους. Ως είδος παράδοσης επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, η μαθητεία μπορεί να αναδείξει ή ακόμα και να ανταγωνιστεί με τη σχολική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, θέτοντας περιορισμούς προσελκύοντας περισσότερους μαθητές και επιχειρήσεις που παρέχουν θέσεις μαθητείας.

 

Σύμφωνα με την τρέχουσα σχολή σκέψης κατά την οποία η διαδικασία δεν έχει σημασία (output focused), φαίνεται ότι ένας υψηλός βαθμός ευελιξίας και συνδιασμών είναι η προτιμώμενη επιλογή για την οργάνωση μαθητείας έτσι ώστε να αποτελεί μια πολύπλευρη μαθησιακή εμπειρία σε επίπεδο σχολείου-ατόμου-επιχείρησης. Ωστόσο, έτσι η μαθητεία τείνει να χάσει τη δομή της για χάριν της ευελιξίας: αποτελούμενη από διαφορετικές ατομικές εμπειρίες, αποκομμένες η μια από την άλλη, και χωρίς κάποια διασύνδεση με ένα ευρύτερο όλον, καταλήγει να πάσχει από αυτό που ονομάζουμε «κρίση ταυτότητας».

 

Ως αποτέλεσμα, τα προσόντα που επιτυγχάνονται δεν υποδηλώνουν εάν αποκτώνται μέσω της μαθητείας ή άλλης οδόυ. Η έμφαση δίνεται περισσότερο στο περιεχόμενο συγκριτικά με τον τρόπο με τον οποίο αποκτούνται (Cedefop, επικείμενη επισκόπηση των μαθητείας μεταξύ των εθνών). Επιπλέον, η σηματοδότηση (signalling) δεν γίνεται κατορθωτή  όταν οι εμπειρίες μαθητείας μεταξύ των συνομηλίκων είναι κατακερματισμένες στο βαθμό που δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν ένα μοναδικό και συνεκτικό τρόπο εκμάθησης. Όλα τα παραπάνω καθιστούν δύσκολη ή ακόμη και αδύνατη την επίδειξη των σχετικών πλεονεκτημάτων της μαθητείας, κάτι το οποίο αποτελεί ένα δυνητικά σημαντικό μέσο για την αύξηση της συμμετοχής και την αύξηση του κύρους της.

 

Αυτή είναι η κύρια ανησυχία που η πρόσφατη έρευνα μας αναδεικνύει, εξετάζοντας τη μαθητεία σε μια ευρωπαϊκή προοπτική.

 

Όσον αφορά τη δουλειά μας στη μαθητεία σε συνεργασία με μεμονωμένα κράτη μέλη, τις θεματικές αναθεωρήσεις που η Cedefop διεξάγει,  μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα με ποιο τρόπο οι παράμετροι καθορίζουν τη θέση της μαθητείας στην εκπαίδευση και τα συστήματα κατάρτισης και τους όρους εφαρμογής της. Οι αναθεωρήσεις ταυτόχρονα δείχνουν ότι οι χώρες αντιμετωπίζουν δυσκολίες ανεξάρτητα από τα εθνικά τους πλαίσια. Θα επισημάνω τις μεγαλύτερες προκλήσεις:

 

  • συμμετοχή των επιχειρήσεων, ιδίως των ΜμΕ που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων, στην παροχή θέσεων μαθητείας και στην πρόσληψη μαθητευομένων. Οι ΜμΕ συγκροτούν τις περισσότερες επιχειρήσεις στις χώρες της Ευρώπης. Οι ΜμΕ έχουν τη δυνατότητα να εξοπλίσουν τους νέους με τις δεξιότητες που απαιτεί η αγορά εργασίας, αλλά χρειάζονται υποστήριξη για την ενίσχυση της δυνατότητας κατάρτισης σε τουλάχιστον δύο πτυχές: πρώτον, διαπίστευση ότι μπορεί ως εταιρεία να παρέχει εκπαίδευση ώστε να  μπορεί να δέχεται μαθητευόμενους και δεύτερον, να αναγνωρίζει και να εκπαιδεύει ειδικευμένους υπαλλήλους ώστε να εποπτεύουν  τους μαθητευόμενους. Εκτός από την κοινή ομολογία για έλλειψη πόρων, οι εταιρείες δεν προσλαμβάνουν μαθητευόμενους λόγω: της έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με τα προγράμματα μαθητείας και τις ευθύνες και τα καθήκοντά τους, της έλλειψης διαθέσιμων προγραμμάτων που ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους και της έλλειψης των απαραίτητων δεξιοτήτων των μαθητευομένων. Το τελευταίο δεν αφορά μόνο τις επαγγελματικές δεξιότητες και γνώσεις, αλλά τις οργανωτικές δεξιότητες, τη διαχείριση χρόνου και τις επικοινωνιακές δεξιότητες. Όλα τα παραπάνω έχουν σημαντικές επιπτώσεις και για τους οργανισμούς και για τα σχολεία. Και οι δύο μπορούν να συμβάλουν στην υποστήριξη των εργοδοτών ώστε να συμμετέχουν στα προγράμματα μαθητείας. Οι θεματικές ανασκοπήσεις δείχνουν ότι, αντίθετα με την κοινή γνώμη, οι εταιρείες βλέπουν τα προγράμματα πιο θετικά, αλλά επιθυμούν περισσότερη σαφήνεια και καθοδήγηση. Σε έρευνες και συνεντεύξεις εταιρειών που πραγματοποιήσαμε κατά τη διάρκεια των TCR, οι εταιρείες σημείωσαν ότι θα ήθελαν να έχουν περισσότερη καθοδήγηση από τα σχολεία: στην αξιολόγηση των μαθητευομένων στο χώρο εργασίας και στην τελική αξιολόγηση, στον καθορισμό των αναγκών και των σημείων που χρειάζονται κατάρτιση ενώ οι εκπαιδευόμενοι βρίσκονται την εταιρεία. Έχοντας περισσότερη πείρα στην εφαρμογή της μαθητείας μπορούν να κάνουν τους εργοδότες να είναι περισσότερο αφοσιωμένοι και υπεύθυνοι για τα προγράμματα. Επίσης, σημαντικά στοιχεία για τις εταιρείες είναι η θετική εικόνα και η αναγνώριση από την κοινωνία. Ορισμένες εταιρείες στην Κύπρο,  ανέφεραν ότι είναι προς όφελος τους να προσλαμβάνουν μαθητευόμενους καθώς δίνει μια καλύτερη εικόνα στον τομέα τους και την τοπική κοινότητα, ενώ άλλοι δήλωσαν ότι το να επιβραβεύονται επιχειρήσεις που παρείχαν καλή εκπαίδευση, θα κινητοποιήσει και άλλες να συμμετέχουν στην μαθητεία.
  • καθορισμός του περιεχομένου της εκπαίδευσης στο σχολείο και στον εργασιακό χώρο και της κατανομής του μεταξύ των δύο (ή περισσοτέρων) χώρων και εξασφάλιση πραγματικής συνεργασίας μεταξύ σχολείων και εργοδοτών. Οι ανασκοπήσεις δείχνουν ότι σε τοπικό επίπεδο, ορισμένα σχολεία και εταιρείες έχουν καθιερώσει μακροπρόθεσμη και επιτυχημένη συνεργασία. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, αυτή η επιτυχία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους ενεργούς και αφοσιωμένους μεμονωμένους εκπαιδευτικούς ή συντονιστές της πρακτικής κατάρτισης. Πολύ σημαντική είναι η δημιουργία συνθηκών και μηχανισμών για δομημένη επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων.
  • τον εξοπλισμό των συμβούλων, εκείνων που συνοδεύουν τους μαθητευόμενους σε επιχειρήσεις, με τις απαραίτητες ικανότητες για την εκπαίδευση.
  • εξασφάλιση κατάλληλων συνθηκών εργασίας για τους μαθητές, για παράδειγμα, αμοιβή.

Εν κατακλείδι, θα έλεγα ότι πράγματι, η εφαρμογή της μαθητείας σε πολλές χώρες είναι δύσκολη, αλλά τα πράγματα επίσης, λειτουργούν. Θα πρέπει να σκεφτούμε και να δουλέψουμε από εκείνο το σημείο, τι λειτουργεί και γιατί. Η εστίαση μόνο στις προκλήσεις συχνά εμποδίζει την πρόοδο.

  1. Πώς έχετε αξιολογήσει τη νέα μαθητεία και τεχνική εκπαίδευση και σχήμα κατάρτισης στην Κύπρο; Ποιες είναι τα σημαντικά ευρήματα;

Έχω ήδη αναφέρει ορισμένα χαρακτηριστικά και ευρήματα από τις θεματικές ανασκοπήσεις της Cedefop.

Στην Κύπρο εξετάσαμε το σχήμα της Νέας Σύγχρονης Μαθητείας. Συλλέξαμε στοιχεία από φοιτητές και απόφοιτους των προγραμμάτων μαθητείας, διευθυντές σχολών επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, διευθυντές επιχειρήσεων, καθηγητές και συμβούλους επιχειρήσεων, εκπροσώπους των κοινωνικών εταίρων και αρμόδιων υπουργείων, τόσο μέσω συνεντεύξεων όσο και μέσω διαδικτυακής έρευνας. Συνολικά 148 άτομα ερωτήθηκαν και πήραν μέρος στην έρευνα.

 

Τώρα ολοκληρώνουμε την τελική έκθεση αξιολόγησης, η οποία θα δημοσιευθεί στις αρχές του 2019. Για να προσθέσω σε αυτό που είπα προηγουμένως, θα ήθελα να μοιραστώ κάποιες σκέψεις σχετικά με τη μαθητεία στην Κύπρο.

 

Η Νέα Σύγχρονη Μαθητεία σχεδιάστηκε ως εναλλακτική μορφή εκπαίδευσης και κατάρτισης για τους νέους που αποχώρησαν ή κινδύνευαν να αποχωρήσουν από την επίσημη εκπαίδευση και να οδηγηθούν κατευθείαν στην αγορά εργασίας. Αυτό συνέβη το 2007 και έκτοτε το πρόγραμμα λειτουργεί ως τέτοιο. Το 2015, η γενική ευθύνη για το πρόγραμμα μεταφέρθηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και παρατηρούμε ότι πολλές αλλαγές έχουν γίνει και υλοποιούνται με σκοπό να καταστήσουν το πρόγραμμα πιο ελκυστικό σε όλους τους μαθητές , στους γονείς τους και στους εργοδότες. Με βάση τα ευρήματά μας, είμαστε σε θέση να πούμε ότι πρωταρχική σημασία για το σχήμα είναι να δημιουργηθεί κάτι που να αξίζει για τους μαθητευόμενους και για τον εργοδότη.

 

Το Συμβούλιο Μαθητείας αποτελεί σίγουρα έναν παράγοντα που μπορεί να σταθεί αρωγός του Υπουργείου Παιδείας να ξεπεράσει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η μαθητεία καθώς περιλαμβάνει όλους τους βασικούς ενδιαφερόμενους φορείς: το Υπουργείο Εργασίας, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, το Σύνδεσμο Εργοδοτών, τις συντεχνίες. Όλοι μπορούν να αναλάβουν ένα πιο ενεργό στρατηγικό και συντονιστικό ρόλο.

 

Η Νέα Σύγχρονη Μαθητεία στην Κύπρο εξυπηρετεί μια πολύ στενότερη ομάδα μαθητών σε σχέση με άλλες χώρες και στην πραγματικότητα ο αριθμός των μαθητών στη Νέα Σύγχρονη Μαθητεία είναι πολύ μικρός. Επιπλέον, οι μαθητευόμενοι στο σημερινό σύστημα αντιμετωπίζουν ένα συνδυασμό προβλημάτων και χρειάζονται πολύπλοκη υποστήριξη. Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι λαμβάνουν ποιοτική εκπαίδευση (δεν μπορείτε να τους απογοητεύσετε) βελτιώνοντας ταυτόχρονα το σχέδιο για το μέλλον. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να αποφασίσουν ποιο ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει η μαθητεία στο μέλλον στο σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Θα συνεχίσει να απευθύνεται αποκλειστικά σε νέους με συγκεκριμένα στοιχεία ή να αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει μια βασική επιλογή στο ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα καθορίσει τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν.

 

Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά κάθε σύστημα μαθητείας, θα πρέπει να υπάρξουν εργοδότες που θέλουν να προσλάβουν μαθητευόμενους και μαθητευόμενοι που θα επιθυμούν να τοποθετηθούν σε εργασιακούς χώρους. Προς το παρόν, αυτό δεν συμβαίνει στην Κύπρο. Η εύρεση θέσεων σε εταιρείες είναι μια πραγματική πρόκληση. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, περίπου οι μισοί από τους σημερινούς μαθητευομένους δεν πηγαίνουν σε εταιρείες, γεγονός που θα τους εμπόδιζε να πάρουν το πιστοποιητικό μαθητείας. Εκτός αυτού, η εύρεση ενός εργασιακού χώρου είναι ευθύνη ενός εν δυνάμει μαθητευόμενου. Καθώς αυτοί οι μαθητές αντιμετωπίζουν ήδη αρκετές προκλήσεις, ίσως είναι καλύτερο / πιο αποτελεσματικό εάν οι τεχνικές σχολές και / ή το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού ασχοληθούν περισσότερο ή αναλάβουν αυτό το θέμα.

 

Στην πραγματικότητα, είναι σημαντικό να δοθούν κίνητρα τόσο στους εργοδότες όσο και στους εκπαιδευόμενους. Οι εργοδότες θα έχουν περισσότερα κίνητρα εάν έχουν ευνοϊκά αποτελέσματα, όπως το οικονομικό όφελος (όχι πάντα στην περίπτωση των μαθητευομένων) ή τη δυνατότητα ανίχνευσης πιθανών υπαλλήλων, ταυτοποίησης ταλέντων και προσλήψεων. Οι εκπαιδευόμενοι θα έχουν περισσότερα κίνητρα εάν αποκτήσουν πρόσβαση σε θέσεις εργασίας και σε περαιτέρω μάθηση, εάν επιθυμούν να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους. Η μαθητεία πρέπει να παρέχει ένα προσόν που να επιτρέπει την είσοδο σε ένα επάγγελμα. Εδώ βλέπουμε την πιθανότητα στενότερης σύνδεσης με τα επαγγελματικά προσόντα που απονέμει η ΑνΑΔ.

  Μεταξύ άλλων, οι προτάσεις μας για δράση καλύπτουν τα παρακάτω:

  • να συμφωνηθεί εάν θα συνεχίσει να απευθύνεται αποκλειστικά σε νέα άτομα που κινδυνεύουν να εγκαταλείψουν την εκπαίδευση ή θα αποτελέσει βασική επιλογή στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
  • να αναθεωρηθεί και να επικαιροποιηθεί η νομοθεσία ώστε να αντικατοπτρίζει τη διακυβέρνηση και να αποσαφηνίζει τους ρόλους και τις ευθύνες των ενδιαφερομένων και τη θέση της μαθητείας στο σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης
  • να αυξηθεί η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων (οργανώσεις εργοδοτών και συντεχνιών) στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της μαθητείας και στην αύξηση του συνόλου των επιχειρήσεων που ενδέχεται να δέχονται μαθητευομένους · οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να εντοπίσουν τομείς στους οποίους εντοπίζονται ελλείψεις δεξιοτήτων και όπου οι επιχειρήσεις ενδέχεται να είναι πρόθυμες να προσλάβουν μαθητευόμενους. Η προσφορά μαθητείας πρέπει να αντικατοπτρίζει τη δομή της απασχόλησης στην Κύπρο και το μεταβαλλόμενο πρότυπο της ζήτησης δεξιοτήτων.
  • να παρέχονται κίνητρα σε εταιρείες που επιθυμούν να προσλάβουν μαθητευόμενους: αυτές μπορεί να είναι οικονομικές ή / και κατευθυντήριες γραμμές και συμβουλές
  • να αυξηθεί η παροχή οδηγιών και συμβουλών στους μαθητευόμενους πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το πρόγραμμα και την πληροφόρηση στους γονείς
  1. Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι το σχέδιο AppHelp4SMEs θα μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση του Σχεδίου Μαθητείας στην Κύπρο;

Οι ΜμΕ αποτελούν την κύρια μορφή επιχειρηματικής οργάνωσης στις περισσότερες χώρες και η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση όπου οι ΜμΕ είναι σημαντικές για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, οι ΜμΕ θα είναι οι κύριοι εταίροι στην παροχή μαθητείας, ειδικά όταν η μαθητεία αποτελεί ένα πρόγραμμα για την εκμάθηση της βιοτεχνίας. Η παροχή μαθητείας για τις ΜμΕ είναι γεμάτη προκλήσεις και εντατική. Τα τελευταία δύο χρόνια, εξαιτίας της κρίσης, η εκπαίδευση και κατάρτιση του προσωπικού ίσως να μην ήταν ανάμεσα στις προτεραιότητες των εταιρειών στην Κύπρο. Ωστόσο, το οικονομικό πεδίο αλλάζει και υπάρχει καλή πρόθεση  συνεργασίας με τις επιχειρήσεις για την ανάπτυξη του μελλοντικού εργατικού δυναμικού.

Η πρόσληψη μαθητευόμενων είναι ένας καλός τρόπος για τις ΜμΕ ώστε να αποκτήσουν εργαζόμενους με σωστό συνδυασμό δεξιοτήτων για τις ανάγκες της επιχείρησης και να μειώσουν το κόστος πρόσληψης μέσω της ανίχνευσης πιθανών υπαλλήλων. Κατά τη διάρκεια των  συνεντεύξεων ορισμένοι εργοδότες παραδέχτηκαν ότι αυτό συμβαίνει και στην Κύπρο, αν και δεν απαιτείται «ολοκληρωμένο πακέτο ικανοτήτων». Επίσης, αυξάνει μακροπρόθεσμα την επιρροή  τους στο περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης για την κάλυψη των μελλοντικών αναγκών.

Όπως ανέφερα προηγουμένως, οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια να καθιερωθεί η μαθητεία και στη συμμετοχή περισσότερων επιχειρήσεων για να προσλάβουν μαθητευόμενους. Αυτός είναι και ο λόγος που πιστεύω ότι το έργο είναι μια καλή πρωτοβουλία με δυνατότητες. Η δύναμή της είναι ότι τα περιφερειακά επιμελητήρια της Λεμεσού και της Πάφου συνεργάστηκαν σε στενή συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και με  ερευνητικό εταίρο, το Intercollege. Η υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών και τα εγχειρίδια που δημιούργησαν για τις ΜμΕ είναι χρήσιμα και εύκολα εφαρμόσιμα εργαλεία. Επίσης, είναι καλό σημάδι ότι το υπουργείο πήρε πρωτοβουλία να δημιουργήσει ένα εργαλείο καθρέφτη για τους πιθανούς μαθητευόμενους. Η κατοχή των δύο εργαλείων θα βοηθήσει να διευκρινιστούν οι προσδοκίες και των δύο μερών και να τους καταστήσει ενήμερους σχετικά με το τι γνωρίζει η άλλη πλευρά και τι χρειάζεται να αντιμετωπιστεί επιπλέον. Ασφαλώς, τα εργαλεία θα χρειαστούν καλή διάδοση τώρα.

  1. Πιστεύετε ότι η μαθητεία μπορεί να γίνει πιο ανταγωνιστική και ελκυστική εκπαιδευτική διαδρομή για τους νέους σε όλη την Ευρώπη όπως συμβαίνει ήδη σε ορισμένες χώρες με μεγάλη παράδοση στην μαθητεία, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο;

Όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, κάθε χώρα έχει τη δική της παράδοση και πλαίσιο, καθώς και τις σημερινές προκλήσεις. Δεν αποτελεί στόχος όλων των χωρών να καταστήσουν τη μαθητεία μια κύρια εκπαιδευτική διαδρομή. Τα τελευταία χρόνια, ορισμένες χώρες προσπαθούν να αυξήσουν και να βελτιώσουν τη μάθηση βάσει της εργασίας στα σχολικά προγράμματα, για παράδειγμα στην Εσθονία, τη Λιθουανία, τη Ρουμανία και τη Σλοβενία. Παρόλα αυτά, εργάζονται για να καταστήσουν τα προγράμματα μαθητείας ελκυστικά και ανταγωνιστικά, ανοιχτά σε ταλέντο και καινοτομία, λόγω των πιθανών πλεονεκτημάτων και πλεονεκτημάτων τους, όπως:

  • οι καλές προοπτικές απασχόλησης των μαθητευόμενων.
  • το ποσό της πρακτικής κατάρτισης που λαμβάνουν με τους εργοδότες που τους επιτρέπει να εφαρμόσουν τις θεωρητικές τους γνώσεις στην πράξη (αυτό έχει αποδειχθεί στις συνεντεύξεις μας με τους μαθητευόμενους).
  • Φέρνει σε επαφή τους νεαρούς μαθητευόμενους με τους εργοδότες και τους δίνουν το χρόνο να δημιουργήσουν ή όχι σχέση με την επιχείρηση.

Όλες οι χώρες της ΕΕ συνεργάζονται στις ομάδες εργασίας ET2020 και είναι σαφές ότι η μαθητεία ως τρόπος απόκτησης προσόντων για την απασχόληση και τη διά βίου μάθηση θα εξελιχθεί περαιτέρω. Διαβάστε περισσότερα: